Το Φουρκουβούνι είναι ο πιο κοντινός οικισμός στο Βάνι και όπως είναι φυσικό οι σύνδεσμοι ανάμεσα στο Φουρκουβούνι και το Βάνι είναι πολλοί. Ένας από αυτούς είναι ο Λάκκος από τον οποίο μπορεί κανείς να θαυμάσει τη θέα του κάθετου βράχου, ειδικά το ηλιοβασίλεμα, και να φαντάζεται τα φαγκριά του. Η σχέση των δύο φαίνεται και από τις δέστρες οι οποίες είναι σκαλισμένες πάνω στα βράχια του λάκκου που χρησιμοποιούνταν για να δένουν οι μαούνες του Λογοθέτη, μεγάλες μαούνες με τεράστια κουπιά που με τη βοήθεια κάποιου ιστίου οδηγούνταν στο Βάνι. Εκεί φόρτωναν και μεταφόρτωναν μεγαλύτερα σκάφη ή τις οδηγούσαν φορτωμένες στον Άγιο Δημήτρη όπου σε κακό καιρό προσέγγιζαν και φόρτωναν τα καΐκια. Στο φουρκουβούνι έδεναν πάλι για να ξανακάνουν την πορεία τους.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 14 Ιουνίου 2011
Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010
Τα σπασμένα καίκια
Κατά την κατοχή η περιοχή του Φουρκουβουνιού, λόγω γειτνιάσεως με την Αρετή όπου είχαν βάση οι Γερμανοί και ήλεγχαν την είσοδο του λιμανιού, ήταν έντονα Γερμανοκρατούμενη.
Είχαν επιτάξει όλα τα σκάφη και κάθε κίνηση σκάφους έπρεπε να έχει άδεια από τις Γερμανικές αρχές. Οι Φουρκουβουνιώτες για να ξεπεράσουν την επίταξη είχαν σπάσει ένα μαδέρι σε ένα καΐκι και το παρουσίαζαν στους Γερμανούς σαν άχρηστο.
Όταν ήθελαν να πάνε για ψάρεμα κολλούσαν ένα κομμάτι ξύλο με πίσσα και πανί και έφευγαν με τα κουπιά για κάθε επιχείρηση. Όταν γύριζαν έβγαζαν το μπάλωμα και το καΐκι ήταν πάλι "άχρηστο".
Έτσι είχαν σκάφος για ψάρεμα ή και για επιδρομές στην Ερημόμηλο της οποίας τα αγριοκάτσικα ήταν πρόκληση για τους πεινασμένους Μηλιούς.
Η όποια επιχείρηση (ψάρεμα ή κυνήγι) έπρεπε να αρχίζει και να τελειώνει τη νύχτα, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί από τους Γερμανούς της Αρετής που εκτός των άλλων είχαν και ένα
τεράστιο προβολέα.
Κάποιες φορές το μπάλωμα είχε αφαιρεθεί και στην Ερημόμηλο προκειμένου να βουλιάξει το καΐκι και να μη σπάσει από τη φουρτούνα. Όταν περνούσε η φουρτούνα το ξαναμπάλωναν, έβγαζαν τα νερά και άντε στο κουπί...
Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010
ΣΦΥΡΙΓΜΑΤΑ ΤΑ ΞΗΜΕΡΩΜΑΤΑ

Λάβαμε και δημοσιεύουμε το παρακάτω κείμενο του "ανταποκριτή μας"
"Ποιος σφυρίζει έξι ώρα ξημερώματα στο Φουρκουβούνι Σεπτέμβρη μήνα;
H άμεση επιτόπια έρευνα απέδειξε ότι δράστης ήταν μία μικρή φώκια η οποία μαζί με την μητέρα της είχαν αράξει στην αμμουδιά του Φουρκουβουνιού έξω από το σύρμα του Τζίμη.
H άμεση επιτόπια έρευνα απέδειξε ότι δράστης ήταν μία μικρή φώκια η οποία μαζί με την μητέρα της είχαν αράξει στην αμμουδιά του Φουρκουβουνιού έξω από το σύρμα του Τζίμη.
Η μητέρα μόλις αντιλήφθηκε την ύπαρξη στο χώρο ανθρώπων (ένα ζευγάρι ψαράδων), κάλεσε άμεσα τη μικρή φώκια για εσπευσμένη αναχώρηση. Το μικρό προφανώς εύρισκε ευχάριστη την ξάπλα στην παραλία και αδυνατούσε να καταλάβει την πρεμούρα της μητέρας (παντού οι μητέρες το ίδιο είναι) για άμεση αναχώρηση.
Η φωνή της μικρής φώκιας είναι κάτι σαν σφύριγμα, ενώ της μεγάλης πολύ πιο μπάσα και έτσι προέκυψε η πρωινή φασαρία.
Τελικά το μικρό υπάκουσε και ο διάλογος μάνας παιδιού συνεχίστηκε καθώς απομακρύνονταν στα βαθιά.
Μεγάλα άγρια θηλαστικά μας επισκέπτονται.... τεράστιος πλούτος που δεν το αντιλαμβάνονται όλοι. Αντίθετα υποστηρίζουν τα άγρια ζώα που ζουν σε άλλες χώρες..."
Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2010
ΤΟ ΦΟΥΡΚΟΥΒΟΥΝΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ
Το Φουρκουβούνι στην διάρκεια της κατοχής βοήθησε πάρα πολλούς ανθρώπους να ανταπεξέλθουν στο μεγάλο πρόβλημα της πείνας.
Αρκετοί έμεναν στο Φουρκουβούνι και πολλοί εξασφάλιζαν τροφή χάρις στο ψάρεμα, αλλά και στο κυνήγι κατσικιών στην Ερημόμηλο.
Προς το τέλος του πολέμου έτυχε στο ανωγάκι και στο σύρμα του να κοιμούνται μέχρι και
σαράντα άτομα.
Και όλες αυτές οι δραστηριότητες γινόταν κάτω από την συνεχή επιτήρηση των Γερμανών, οι οποίοι, όπως είναι γνωστό, είχαν μια σημαντική βάση στην Αρετή και φυλάκιο στην Μαύρη Πούντα.
Αναφέρονται πολλές σχετικές ιστορίες....

ΔΥΝΑΜΙΤΕΣ ΚΑΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ
Κάποιοι από το Φουρκουβούνι έριξαν δυναμίτη στο Βάνι. Η θάλασσα άσπρισε, αλλά την ώρα του απωχιάσματος.... εμφανίστηκε με μία άκατο ο Γερμανός διοικητής της βάσης στην Αρετή...
Σύγκρυο....
Πήγε κοντά και τους είπε "πείτε μου ότι τα ρίξατε εσείς τα εκρηκτικά και δεν συμβαίνει τίποτα".
Έκπληξη και αμηχανία (το εννοεί ή τους ψαρεύει; ) .
Xαμένοι για χαμένοι, οπότε το παραδέχτηκαν και ο Γερμανός πήρε δύο ψάρια και έφυγε!!!
Υπήρχαν και τέτοια...
ΚΑΤΣΙΚΙΑ ΚΑΙ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ
Το κυνήγι άγριων κατσικιών στην Ερημόμηλο ήταν βέβαια δελεαστικό, αλλά και επικίνδυνο,
αφού υπήρχε και η απαγόρευση χρήσης όπλων.
Παίρνοντας κάθε προφύλαξη ανέβαιναν στο βουνό απόγευμα για να γυρίσουν κάτω από την προστασία της νύχτας. Η κίνηση των σκαφών την ημέρα ήταν ανεμπόδιστη, η κίνηση όμως την νύχτα απαγορευμένη και άρα συνεπαγόταν αυστηρός έλεγχος.
Πήγαν τα αδέλφια κατά το σχέδιο και αργά την νύχτα ανέβαιναν το μονοπάτι του Φουρκου- βουνιού φορτωμένοι με τρία κατσίκια.
Λίγο πριν μπουν στο χωριό, στου Νοστράκη από κάτω, ακούνε το χαρακτηριστικό ήχο από τις πεταλωμένες γερμανικές μπότες περιπόλου.
Πέφτουν κάτω και ο μεγαλύτερος, ο Βασίλης που προηγείτο, πέφτει αγκαλιά με το κατσίκι σε ένα χαντάκι υπόνομου που ακόμα υπάρχει. Ο ένας Γερμανός που γνώριζε την ύπαρξη του χαντακιού πήγε ακριβώς εκεί για να απολαύσει την ελεύθερη ούρηση.
΄Εκανε τον Βασίλη μούσκεμα, αλλά δεν διανοήθηκε, βέβαια, να διαμαρτυρηθεί.
ΠΕΤΡΕΛΑΙΟ ΑΠΟ ΦΑΝΑΡΙ
Ο καπετάν Δημήτρης ο κουμπάρος πήγε για ψάρεμα με τον ξάδελφο του τον Στέλιο και τον
γιό του τον Γιάννη στις Ακραδιές, αλλά πήρε μαζί του αρκετό ψωμί και λίγο λάδι.
Στην μικρή Ακραδιά τον περίμενε ο ένας φαναριέρης με ένα ντενεκέ καθαρό πετρέλαιο σε αντάλλαγμα του ψωμιού, του λαδιού και των ψαριών που πήρε από τον κουμπάρο.
Αφού νύχτωσε σκέπασαν τον ντενεκέ με ένα παλιόρουχο και έκατσε ο Γιάννης πάνω για καμουφλάζ. Μόλις έφτασαν στην σκάλα του Χρυσούλη τους έπιασε ο προβολέας της Αρετής και τους ζήτησαν να πάνε κοντά για έλεγχο...
Αν έβρισκαν τον ντενεκέ την είχαν πολύ άσχημα.
Οι Γερμανοί έλεγξαν το "ΓΙΑΛΕΡΑΚΗΣ", αλλά σεβάστηκαν τον μικρό και δεν του ζήτησαν να μετακινηθεί και έτσι πέρασε η κακιά ώρα με μόνο την αναντριχίλα τους.
Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2009
Μια ιστορία ενός Φουρκουβουνιώτη
Θυμάμαι, ήταν χειμώνας, χιονιάς, σκοτάδι μαύρο και κατέβαινα στο Φουρκουβούνι και έφεγγα με ένα φακό.
Εκεί πάνω από τα Κόκκινα μου σβήνει το φακό….. προς τα πάνω από τα φώτα του χωριού κάτι ξεχώριζε. Προς τα κάτω μαύρος χάρος το σκοτάδι .
Λέω, Γιάννη την πατήσαμε, φοβόμουνα μη πάω κάτω στου Κακογιάννη. Προχώρησα με το κώλο.
Στα Κόκκινα νοιώθω να πέφτω πάνω σε κάτι ζωντανό, μαλλιαρό. Ξεκάρδισα, ……. Ήταν ένας παλιογάδαρος του Ντούλη που τον είχε αμολυτό…
Συνέχισα σιγά- σιγά, έκανα δυο ώρες να κατέβω.
Ρίχνω μονάχος μου το καΐκι στη θάλασσα και μπαίνω μέσα και νοιώθω τα πόδια μου να παπλακούνε, είχα ξεχάσει να βάλω τον πύρο. Που να το βγάλω έξω, βουτώ από κάτω και βάζω τον πύρο, το σκαρώνω και πάω να αλλάξω, ξεπαγιασμένος, χειμώνας.
Αφού το ξεβούλιαξα φεύγω και πάω στον Καύκαλο για καλαμάρια…
Εκεί να σε έχω, τι καλαμάρια ήταν αυτά.
Κάνω πάντα ότι θέλω και για αυτό θα ζήσω πολλά χρόνια ακόμα.
Το ακούς;
Εκεί πάνω από τα Κόκκινα μου σβήνει το φακό….. προς τα πάνω από τα φώτα του χωριού κάτι ξεχώριζε. Προς τα κάτω μαύρος χάρος το σκοτάδι .
Λέω, Γιάννη την πατήσαμε, φοβόμουνα μη πάω κάτω στου Κακογιάννη. Προχώρησα με το κώλο.
Στα Κόκκινα νοιώθω να πέφτω πάνω σε κάτι ζωντανό, μαλλιαρό. Ξεκάρδισα, ……. Ήταν ένας παλιογάδαρος του Ντούλη που τον είχε αμολυτό…
Συνέχισα σιγά- σιγά, έκανα δυο ώρες να κατέβω.
Ρίχνω μονάχος μου το καΐκι στη θάλασσα και μπαίνω μέσα και νοιώθω τα πόδια μου να παπλακούνε, είχα ξεχάσει να βάλω τον πύρο. Που να το βγάλω έξω, βουτώ από κάτω και βάζω τον πύρο, το σκαρώνω και πάω να αλλάξω, ξεπαγιασμένος, χειμώνας.
Αφού το ξεβούλιαξα φεύγω και πάω στον Καύκαλο για καλαμάρια…
Εκεί να σε έχω, τι καλαμάρια ήταν αυτά.
Κάνω πάντα ότι θέλω και για αυτό θα ζήσω πολλά χρόνια ακόμα.
Το ακούς;
Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2009
Τα βογκητά της Μαύρης Πούντας
Η Μαύρη Πούντα είναι το πιο μελαγχολικό, το πιο άχαρο από τα αμέτρητα λιμανάκια του νησιού. Η μικρή περιοχή του βρίσκεται από την αριστερή πλευρά του μεγάλου λιμανιού, μπαίνοντας , ως μισό μίλι πιο μέσα από τον κάβο του Φουρκουβουνιού. Απότομες, καρβουνιασμένες, λες και σαν ξεχαρβαλωμένες οι τραχιές πλαγιές της ξηράς στέκουν απότομες πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας κι οι σπηλιές, που τα στόμιά τους χάσκουν εδώ κι εκεί, σ΄αποδιώχνουν, γεννώντας μέσα του παράξενα συναισθήματα. Και θα αισθανόταν πολύ χειρότερα ο επισκέπτης ετούτης της τοποθεσίας, αν αυτή δεν πλαισιωνόταν από τα χαρωπα κατάλευκα, κατά τόπους, και κατακόκκινα πετρώματα της ευρύτερης περιοχής του Φουρκουβουνιού. Ακόμα κι ο θόρυβος που κάνουν τα κύματα, καθώς κυλούν κι απλώνονται στα βότσαλα της μικρής παραλίας του, είναι παράξενος και μεταπλασμένος από τις κουφάλες των βράχων, μοιάζει με μοιρολόι!
Ως τις αρχές του αιώνα μας, εδώ εξορυσσόταν μαγκανέζι. Υπήρχαν μάλιστα γραμμές ντεκοβίλ και βαγονάκια, πλυντήρια και μια μικρή σκάλα για να φορτώνουν σε καΐκια το μετάλλευμα. Αρκετοί Μηλιοί εργάτες δούλευαν και αρκετά ατυχήματα είχανε συμβεί μέσα στις μπούκες. Σε ένα, μάλιοτα, βουλημέντο καταπλακώθηκαν δύο αδέλφια που τα λέγανε Πιπέρηδες. Από τότε μέσα από τις τρίσβαθες στοές βγαίνανε τις νύχτες ουρλιαχτά και κάτω απο το λιμανάκι ακούγονταν θρήνοι και μοιρολόγια, που τα άκουγαν πολλοί ψαράδες. Δύο μάλιστα, ο καπετάν Γιάννης Ζησιμόπουλος ή Δράμαλης και ο παπα-θοδωρής Κεντρωτάς, διηγούνταν το εξής περιστατικό που έπαθαν οι ίδιοι: " Kάποια νύχτα χειμωνιάτικη που ψάρευαν καλαμάρια στην περιοχή της Μαύρης Πούντας, άκουσαν καθαρά νά΄ρχονται ψηλά από τα μαύρα βράχια δυνατές φωνές πόνου, θρήνοι και βογκητά. Παρόλο που βρίσκονταν στη βάρκα φοβήθηκαν τόσο, που άρχισαν να τραβούν τα κουπιά μ΄όλη τους τη δύναμη για να ξεμακρύνουν από τη στοιχειωμένη περιοχή. Οι φωνές όμως, τα ουρλιαχτά και οι βόγκοι, λες και μας ακολουθούσαν και τους ακούγαμε, πιο αδύνατους βέβαια, ακόμα κι όταν φτάσαμε στην αντικρινή στεριά, δηλαδή στον Καλαμαρόκαβο"
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ζαφ.Βάου ΜΗΛΟΣ (18ος -19ος αι.) ΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΟΜΟΣ Β΄ Θρύλοι, μύθοι,παραδόσεις,προλήψεις, δεισιδαιμονίες.
Ως τις αρχές του αιώνα μας, εδώ εξορυσσόταν μαγκανέζι. Υπήρχαν μάλιστα γραμμές ντεκοβίλ και βαγονάκια, πλυντήρια και μια μικρή σκάλα για να φορτώνουν σε καΐκια το μετάλλευμα. Αρκετοί Μηλιοί εργάτες δούλευαν και αρκετά ατυχήματα είχανε συμβεί μέσα στις μπούκες. Σε ένα, μάλιοτα, βουλημέντο καταπλακώθηκαν δύο αδέλφια που τα λέγανε Πιπέρηδες. Από τότε μέσα από τις τρίσβαθες στοές βγαίνανε τις νύχτες ουρλιαχτά και κάτω απο το λιμανάκι ακούγονταν θρήνοι και μοιρολόγια, που τα άκουγαν πολλοί ψαράδες. Δύο μάλιστα, ο καπετάν Γιάννης Ζησιμόπουλος ή Δράμαλης και ο παπα-θοδωρής Κεντρωτάς, διηγούνταν το εξής περιστατικό που έπαθαν οι ίδιοι: " Kάποια νύχτα χειμωνιάτικη που ψάρευαν καλαμάρια στην περιοχή της Μαύρης Πούντας, άκουσαν καθαρά νά΄ρχονται ψηλά από τα μαύρα βράχια δυνατές φωνές πόνου, θρήνοι και βογκητά. Παρόλο που βρίσκονταν στη βάρκα φοβήθηκαν τόσο, που άρχισαν να τραβούν τα κουπιά μ΄όλη τους τη δύναμη για να ξεμακρύνουν από τη στοιχειωμένη περιοχή. Οι φωνές όμως, τα ουρλιαχτά και οι βόγκοι, λες και μας ακολουθούσαν και τους ακούγαμε, πιο αδύνατους βέβαια, ακόμα κι όταν φτάσαμε στην αντικρινή στεριά, δηλαδή στον Καλαμαρόκαβο"
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ζαφ.Βάου ΜΗΛΟΣ (18ος -19ος αι.) ΚΟΙΝΩΝΙΑ-ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΟΜΟΣ Β΄ Θρύλοι, μύθοι,παραδόσεις,προλήψεις, δεισιδαιμονίες.
Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008
Μια ιστορία του β' παγκοσμίου πολέμου
Στο τέλος του β' παγκoσμiου πολέμου, όταν πια οι Άγγλοι προσπαθούσαν να διώξουν τους Γερμανούς και από τη Μήλο, το Φουρκουβούνι ήταν γεμάτο κόσμο …Μια από τις ημέρες που οι αντίπαλοι αντάλλασσαν οβίδες, όλοι οι άνδρες που ήταν στο Φουρκουβούνι είχαν ανέβει στου Ντούλη και παρακολουθούσαν τα βλήματα του Τράχηλα.Κάποια στιγμή τρεις οβίδες έπεσαν στην παραλία του Φουρκουβουνιού ( η μία στη θάλασσα, η άλλη στην παραλία και η Τρίτη δίπλα στου Νικόβη).Πάγωσαν όλοι και ξεχύθηκαν να κατέβουν στο Φουρκουβούνι περιμένοντας τα χειρότερα….Οι οβίδες σφύριξαν δίπλα από κάποιων παιδιών και γυναικών τα αυτιά, αλλά δεν έπαθε κανένας τίποτα !!!
Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2008
Ο Γρασόρος και η φώκια
Το πρόσφατο συμβάν με την σκοτωμένη φώκια που βρέθηκε στον Αδάμαντα θύμησε την παρακάτω ιστορία του Φουρκουβουνιού.
Πριν πολλά χρόνια (περίπου 40-45) στο Φουρκουβούνι κστοικούσε ένας κυνηγός και ψαράς με το παρατσούκλι "Γρασόρος" που είχε το "σύρμα" που σήμερα ανήκει στον Γιώργο
τον Καμπανάρο. Επίσης κατοικούσε και η κυρία Είρήνη η " Μάκενα" η οποία συνίθηζε να κολυμπάει νύχτα και να ξανοίγεται από τον όρμο. Έτσι μια βραδυά, βλέποντας ο κυρ Γιώργης ο Γρασόρος από το μπαλκόνι του κάποιο κεφάλι να κινείται στην θάλασσα δεν δίστασε, πήρε την καραμπίνα και σημάδεψε νομίζοντας ότι αυτό που σημαδεύει είναι μια φώκια που του χάλαγε τα δίχτυα. Ευτυχώς τελευταία στιγμή κάποιος τον είδε και τον πρόλαβε πριν πατήσει την σκάνδάλη και έτσι η κυρία Ειρήνη την γλύτωσε.
Δυστυχώς τον άγνωστο ασυνείδητο συμπατριώτη μας πριν από λίγες ημέρες δεν τον είδε και δεν τον σταμάτησε κανείς και η μικρή μας φώκια σταμάτησε να κολυμπάει στα νερά μας.
Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008
ο παραμυθατζής
Στα παλιά χρόνια (πριν 50 χρόνια και βάλε) τις νύκτες που δεν είχαμε τι να κάνουμε μαζευόμασταν τα πιτσιρίκια στο σύρμα του Κακογιάννη.Εκεί υπήρχαν κατά μήκος των τοίχων δυό μαδέρια για καθίσματα όπου καθόμασταν όλα τα παιδιά και ένα σκαμνί όπου καθόταν ο Γεροδαίμονας και μας έλεγε ιστορίες για να περάσει η ώρα.Ο παραμυθατζής όμως απαιτούσε την προσοχή μας και για αυτό κατά διαστήματα, σταματούσε την αφήγηση και έκανε.- ΚράααΕμείς σε απάντηση έπρεπε να φωνάξουμε όλοι μαζί.-κράα, κράα, κράαΑν η ανταπόκριση μας ήταν μικρή (κάποιους τους έπαιρνε ο ύπνος, ή δεν πρόσεχαν) τότε άρχιζε τις φωνές και επαναλάμβανε το σύνθημα.-κράαα.Η απάντηση τότε ήταν στεντόρια-κράα, κράαα, κράαα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
